ΤΕΙ  Κρήτης
Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας
Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ 
Πρόγραμμα Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης    "Βιολογική Γεωργία" Ενέργεια 3.4.γ

Οργανική Θρέψη   Εσπεριδοειδών

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο     
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο
Θρεπτικές ανάγκες εσπεριδοειδών
    Άζωτο
    Φώσφορος
    Κάλιο
    Ελλείψεις άλλων θρεπτικών στοιχείων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4ο
Γενικές αρχές για τη βιολογική καλλιέργεια   εσπεριδοειδών
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο
Οργανικά Λιπάσματα
   Κοπριές
    Κομπόστ
    Xλωρή λίπανση
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

Η εργασία αυτή γράφτηκε στα πλαίσια του προγράμματος Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης στη Βιολογική Γεωργία, που πραγματοποιήθηκε στο Εργαστήριο Μετασυλλεκτικής Φυσιολογίας και Τεχνολογίας Οπωροκηπευτικών, του Τμήματος Θερμοκηπιακών Καλλιεργειών και Ανθοκομίας, της Σχολής Τεχνολογίας Γεωπονίας του ΤΕΙ Ηρακλείου, το χειμώνα του 1999.

Θέλω να ευχαριστήσω για τη βοήθειά τους στην πραγματοποίηση αυτής της εργασίας, τον κ.Βαγγέλη Ξύδα και τον κ.Γιώργο Τσαρούχη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο  [Αρχή]

 

Εισαγωγή.

Τα εσπεριδοειδή είναι αειθαλή δέντρα της τάξης των Geraniales και της οικογένειας Rutaceae. Τα καλλιεργούμενα εσπεριδοειδή ανήκουν κυρίως στα γένη Poncirus, Fortunella και Citrus, τα οποία έχουν στενή συγγένεια μεταξύ τους.

Το γένος Citrus περιλαμβάνει τα εσπεριδοειδή που είναι επικρατέστερα και που έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Το γένος Fortunella είναι τα κουμ-κουάτ, που καλλιεργούνται στην Κέρκυρα και το γένος Poncirus είναι ένα (κατ’εξαίρεση) φυλλοβόλο εσπεριδοειδές, που χρησιμοποιείται για υποκείμενο.

Τα καλλιεργούμενα είδη εσπεριδοειδών στην Ελλάδα είναι: η Πορτοκαλιά, που περιλαμβάνει πολλές ποικιλίες από τις οποίες οι πιο εμπορικές είναι οι ομφαλοφόρες και ακολουθούν τα Κοινά, η Βαλέντσια και σε μικρότερο ποσοστό οι έγχρωμες. Η Λεμονιά είναι η δεύτερη σε έκταση καλλιέργεια στην Ελλάδα της οποίας καλλιεργούνται οι ποικιλίες Μαγληνή, Καρυστινή και Αδαμοπούλου. Ακολουθεί η Μανταρινιά από την οποία καλλιεργούνται κυρίως οι ποικιλίες Κλημεντίνη και Κοινά. Επίσης καλλιεργούνται στην Ελλάδα, αλλά σε μικρότερη κλίμακα, το Γρέιπ-φρουτ, η Κιτριά, η Φράπα, το Κουμ-κουάτ, το Περγαμόντο, η Λίμα και η Λιμετία.

Στην Ελλάδα η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών περιορίζεται σε περιοχές όπου υπάρχουν ευνοϊκές κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες. Η κύρια περιοχή καλλιέργειας είναι η Πελοπόννησος, (Κορινθία, Αργολίδα, Αχαΐα και Λακωνία), η Αττική, η Κρήτη (Χανιά), η Ήπειρος (Άρτα), η Κεντρική Ελλάδα (Αιτωλοακαρνανία) και η Χίος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο  [Αρχή]

 

Οικολογικό περιβάλλον εσπεριδοειδών.

Πριν από την εγκατάσταση ενός εσπεριδοειδώνα, πρέπει να ληφθούν υπ’όψην ορισμένοι παράγοντες που θα επηρεάσουν σημαντικά την επιτυχία της καλλιέργειας, όπως:

α)Το ανάγλυφο του εδάφους της περιοχής. Η μελέτη του ανάγλυφου είναι αναγκαία για την απομάκρυνση των ψυχρών ρευμάτων αέρα και την παγοπροστασία του εσπεριδοειδώνα, για την αντιμετώπιση της διάβρωσης και ασφυξίας του εδάφους, καθώς και για την εφαρμογή του καταλληλότερου συστήματος ποτίσματος.

Η επιλογή μίας κατηφορικής τοποθεσίας, που καταλήγει σε επίπεδη επιφάνεια, όπου τα ψυχρά ρεύματα διαφεύγουν ελεύθερα, αποτελεί κατάλληλη θέση για την εγκατάσταση φυτείας. Η διάβρωση του εδάφους σε μια τέτοια τοποθεσία αποφεύγεται κυρίως με την εγκατάσταση ενδιάμεσα στις σειρές φύτευσης των δέντρων, ζωνών από αγρωστώδη, που διατηρούνται σε χαμηλό ύψος. Σε εδάφη με μεγάλη κλίση συνιστάται η δημιουργία αναβαθμίδων.

Άλλος παράγοντας που ρυθμίζει τη θερμοκρασία είναι η γειτνίαση με υδάτινες μάζες. Έτσι σε παραθαλάσσιες περιοχές οι θερμοκρασίες τη χειμερινή περίοδο είναι γενικά πιο ήπιες, αλλά και πιο ευνοϊκές τη θερινή περίοδο, ώστε οι καλλιέργειες σε αυτές έχουν καλύτερα αποτελέσματα.

β)Σύσταση του εδάφους. Το έδαφος που ευδοκιμούν τα εσπεριδοειδή είναι αυτό που έχει βάθος τουλάχιστον 1m και εξασφαλίζει καλό αερισμό και αποστράγγιση. Το pH πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 5,5 και 7,5. Οι καλύτερες αποδόσεις επιτυγχάνονται σε βαθιά, πλούσια, μέσης σύστασης εδάφη, αμμοαργιλλώδη ή αργιλλοαμμώδη, διαπερατά, καλά αποστραγγιζόμενα, βαθιά, μη αλατούχα, με περιεκτικότητα σε ασβέστη όχι πάνω από 30%.

γ)Κλίμα. Τα εσπεριδοειδή είναι ευαίσθητα σε θερμοκρασίες κάτω από τους 0° C που διαρκούν πολύ χρόνο, ενώ ανέχονται χαμηλές θερμοκρασίες για λίγο χρόνο. Η αντοχή τους εξαρτάται από το είδος, την ποικιλία, την κατάσταση βλάστησης του δέντρου, τη διάρκεια του ψύχους και το έδαφος. Οι χαμηλές θερμοκρασίες μπορούν να ζημιώσουν σημαντικά τη νεαρή βλάστηση, τους νεαρούς καρπούς, τους ώριμους καρπούς και λιγότερο τα νεαρά δέντρα. Μεγαλύτερη αντοχή έχουν τα δέντρα σε πλήρη απόδοση.

Σε περιοχές με υψηλές θερμοκρασίες κατά το καλοκαίρι, μπορεί να υπάρξει σημαντική καρπόπτωση, ενώ θερμοκρασίες πάνω από 38° C προκαλούν αναστολή της βλάστησης. Η δυσμενής επίδραση των απότομων υψηλών θερμοκρασιών μπορεί να μετριαστεί με την εφαρμογή συστήματος τεχνητής βροχής που προκαλεί μείωση της θερμοκρασίας.

Η ιδανική σχετική υγρασία για τα εσπεριδοειδή είναι 60-65%. Υψηλότερη υγρασία ευνοεί την ανάπτυξη ασθενειών και παρασίτων.

Για την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών ενδιαφέρει η ένταση και η διάρκεια του φωτισμού. Η αφομοίωση των δέντρων αυξάνει, όσο αυξάνει η ένταση του ηλιακού φωτός. Η χαμηλή ένταση ευνοεί τη βλάστηση, ενώ το έντονο φως την άνθηση και την καρποφορία.

Οι ισχυροί άνεμοι προκαλούν ζημιές στα δέντρα, κυρίως στους βραχίονες, στα κλαδιά, στα άνθη, στους καρπούς και στα φύλλα. Επίσης προκαλούνται φυσιολογικές ζημιές από τους ξηρούς και θερμούς ανέμους, οπότε αυξάνεται η διαπνοή του δέντρου, προκαλείται μαρασμός των φύλλων και βλαστών, και αποξήρανση των ανθέων ή εμποδίζεται η γονιμοποίηση τους. Η προφύλαξη από τους ανέμους γίνεται με ανεμοθρύστες αλλά βέβαια καλό είναι να αποφεύγεται η εγκατάσταση εσπεριδοειδώνα σε ανεμόπληκτες περιοχές.

Το χαλάζι είναι πιο συνηθισμένο την άνοιξη και το χειμώνα. Την άνοιξη προκαλούνται ζημιές στην νεαρή βλάστηση, την ανθοφορία και την καρπόδεση, μειώνοντας έτσι την παραγωγικότητα των δέντρων. Από τις πληγές που δημιουργούνται στα δέντρα από το χαλάζι υπάρχει κίνδυνος μολύνσεως από κρυπτογαμικές ασθένειες και ιούς. Το χειμώνα το χαλάζι προκαλεί και μεγάλες ζημιές στην ποιότητα των καρπών καθώς επίσης και έντονη καρπόπτωση.

δ)Νερό. Η ποσότητα του νερού που χρειάζεται ένας εσπεριδοειδώνας επηρεάζεται από τη θερμοκρασία, τους ανέμους, την υγρασία της περιοχής, από τις βροχοπτώσεις, το μέγεθος, την ηλικία και την πυκνότητα των δέντρων και από τη σύσταση του εδάφους.

Η ποιότητα του νερού παίζει σημαντικό ρόλο, εφόσον τα διάφορα είδη των εσπεριδοειδών έχουν μικρή αντοχή στα άλατα. Έτσι αν το νερό άρδευσης έχει μεγάλες συγκεντρώσεις αλάτων, μπορεί να περιοριστεί η βλάστηση και η παραγωγικότητα της φυτείας.

ε)Άρδευση. Οι παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να είναι αποτελεσματικό το πότισμα είναι: η ποσότητα του νερού, η συχνότητα άρδευσης, η εποχή και η μέθοδος της άρδευσης, που εξαρτώνται από το έδαφος, το κλίμα, την ποιότητα του νερού και τα είδη των εσπεριδοειδών που καλλιεργούνται. Μια ανεπαρκής ποσότητα νερού μειώνει τη φυσική ανάπτυξη του δέντρου, τα φύλλα συστρέφονται και πέφτουν, ο καρπός ωριμάζει πρόωρα, είναι φτωχός σε χυμό και κατώτερης ποιότητας, παρατηρείται καρπόπτωση και η καρπόδεση είναι περιορισμένη.

Η συχνότητα των αρδεύσεων προσδιορίζεται δύσκολα, γιατί όπως αναφέρεται και πιο πάνω είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων. Η εποχή που αρχίζουν οι αρδεύσεις συμπίπτει με το τέλος των ανοιξιάτικων βροχών. Μια πλήρης άρδευση γίνεται πριν από την άνθιση και μία πρέπει να γίνεται μετά την καρπόδεση των περισσότερων ανθέων. Στη συνέχεια οι αρδεύσεις που θα ακολουθούν πρέπει να γίνονται σε διαστήματα τέτοια, ώστε να μην παρουσιάζονται συμπτώματα συστροφής των φύλλων.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο     [Αρχή]

 

Θρεπτικές ανάγκες εσπεριδοειδών.

Τα προβλήματα της θρέψης των εσπεριδοειδών είναι πολλά και δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν κριτήρια που να ισχύουν σε όλες τις περιοχές όπου καλλιεργούνται. Γενικά όμως, υπάρχουν κριτήρια που σχετίζονται με τη βιολογική δράση των στοιχείων και με τις ανάγκες του κάθε είδους.

Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση των αναγκών των εσπεριδοειδών σε θρεπτικά στοιχεία είναι πολλές, ξεκινώντας από την εμπειρία των καλλιεργητών ως τη χημική ανάλυση μέσο της φυλλοδιαγνωστικής, με την οποία προσδιορίζονται οι ποσότητες των στοιχείων που υπάρχουν στο δέντρο.

Επίσης είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα στο έδαφος και την ευκολία απορρόφησης τους. Αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, αν γνωρίζουμε τα φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά του εδάφους, την ποιότητα του νερού που θα χρησιμοποιηθεί στο πότισμα, τις κλιματικές συνθήκες, και φυσικά το ποσοστό της οργανικής ουσίας του εδάφους.

Παρακάτω θα αναφερθούμε στα θρεπτικά στοιχεία που επηρεάζουν περισσότερο την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα θρεπτικά στοιχεία που δεν αναφέρονται δεν είναι σημαντικά και δεν συμμετέχουν στη θρέψη.

Άζωτο.   [Αρχή]

Από τα στοιχεία που είναι σημαντικότερα για την ομαλή ανάπτυξη των εσπεριδοειδών είναι το άζωτο (Ν). Τα εσπεριδοειδή χρειάζονται περισσότερο άζωτο την εποχή της έντονης μεταβολικής τους δραστηριότητας, δηλαδή κατά την άνθηση, το δέσιμο και τις βιολογικές φάσεις που ακολουθούν, δηλαδή έχει άμεση επίδραση στην ποσότητα της παραγωγής αλλά και στην ποιότητα των καρπών. Τα νεαρά δέντρα χρειάζονται άζωτο όλη την εποχή της ανάπτυξης τους.

Σε συνθήκες έλλειψης αζώτου, προκαλείται ισχυρή ελάττωση της βλάστησης, φύλλα μικρότερα του κανονικού και χρώματος ανοικτού πράσινου για τα νεαρά και για τα παλαιότερα σχεδόν κίτρινα. Χαρακτηριστικό σύμπτωμα έλλειψης αζώτου είναι η απουσία αρκετού φυλλώματος λόγω κυρίως στην πρόωρη πτώση των ώριμων φύλλων, καθώς και ελάττωση της ανθοφορίας και καρποφορίας μέχρι την πλήρη έλλειψη σε λίγα χρόνια. Η παραγωγή των καρπών ελαττώνεται πολύ αλλά δεν παρατηρείται εμφανής επίδραση στην ποιότητα εκτός στο ότι ο φλοιός είναι λείος και λιγότερο χρωματισμένος.

Δυσμενή αποτελέσματα στην παραγωγή και στην όλη υγεία των δέντρων έχουμε στην υπερεπάρκεια αζώτου, όμως τις περισσότερες φορές πρόκειται για έμμεσες επιδράσεις που αφορούν τη δημιουργία έλλειψης άλλων στοιχείων όπως P, Cu, Zn, Mn, Mo.

Οι επιδράσεις του αζώτου στην ποιότητα των καρπών είναι οι εξής: το μέγεθος των καρπών ελαττώνεται με την προσθήκη αζώτου, γιατί αυξάνει ο αριθμός των καρπών ανά δέντρο, το πράσινο χρώμα των καρπών ενισχύεται με το άζωτο, κατά την έναρξη της ωρίμανσης το ποσοστό της χρωματιζόμενης επιφάνειας των καρπών ελαττώνεται και παρατηρείται έντονη αντίθεση χρωματισμών μεταξύ πράσινων και πορτοκαλόχροων τμημάτων της επιφάνειας των καρπών, αν πρόκειται για δέντρο πορτοκαλιάς. Σε πλήρη ωρίμανση το χρώμα των καρπών είναι εντονότερο, ενώ τα δέντρα με λιγότερη περιεκτικότητα σε άζωτο έχουν καρπούς αχυρόχροους. Σε επάρκεια ή περίσσεια αζώτου το χρώμα γίνεται έντονο πορτοκαλί. Μια από τις χαρακτηριστικές επιδράσεις του αζώτου στην ποιότητα των καρπών είναι η αύξηση του πάχους και της τραχύτητας του φλοιού. Μικρή επίδραση έχει το άζωτο στα χαρακτηριστικά της ποιότητας του χυμού, όπως η οξύτητα, η περιεκτικότητα σε χυμό και η σχέση διαλυτών στερεών προς οξέα.

Για μια ικανοποιητική παραγωγή απαιτείται ετήσια ½ ως 1 ½ μονάδες αζώτου ανά δέντρο. Αυτό εξαρτάται από τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής και από τον τρόπο με τον οποίο θα χορηγηθεί αυτή η ποσότητα. Δηλαδή, αν θα γίνει προσθήκη κοπριάς, κομπόστ ή χλωρή λίπανση.

Φώσφορος.   [Αρχή]

Ο φώσφορος είναι ένα από τα τρία κύρια στοιχεία στη θρέψη των φυτών, γιατί αποτελεί σπουδαιότατο συστατικό για τη ζωή οργανικών ουσιών των κυττάρων. Η περιεκτικότητα των φυτικών ιστών σ’αυτό το στοιχείο είναι πολύ μικρότερη από αυτή του αζώτου. Στα φύλλα των εσπεριδοειδών υπάρχει σε ποσότητα ίση προς το 1/20 περίπου του αζώτου.

Η πρώτη ένδειξη έλλειψης φωσφόρου αφορά τα χαρακτηριστικά της ποιότητας των καρπών, ενώ η βλάστηση γενικά των δέντρων και η καρποφορία τους στην αρχή δεν παρουσιάζει σημεία κάμψης. Αντίθετα οι καρποί εμφανίζουν μειωμένη συνεκτικότητα και γίνονται εύπλαστοι, τα χαρακτηριστικά αυτά εντοπίζονται περισσότερο, όσο μεγαλύτερο είναι το διάστημα που παραμένουν οι καρποί πάνω στο δέντρο μετά την πλήρη ωρίμανση τους.

Η έλλειψη συνεκτικότητας των καρπών οφείλεται στην παρουσία κενού χώρου στο κέντρο τους και στο αυξανόμενο πάχος του φλοιού. Το σχήμα είναι ακανόνιστο. Το ποσοστό των καρπών αυτών αυξάνει όσο η έλλειψη του φωσφόρου γίνεται εντονότερη. Επίσης τα ελλιπώς εφοδιασμένα δέντρα σε φώσφορο παρουσιάζουν αυξημένη οξύτητα του χυμού και ισχυρή καρπόπτωση. Οι καρποί που βρίσκονται σε δέντρα που πάσχουν από τροφοπενία φωσφόρου είναι έντονα πορτοκαλόχροοι, σε αντίθεση με εκείνους που εφοδιάζονται επαρκώς με φώσφορο, σε αυτούς το κίτρινο χρώμα επικρατεί περισσότερο από το ερυθρό.

Η περίσσεια φωσφόρου στο έδαφος δεν έχει άμεσα δυσμενείς επιδράσεις στη βλάστηση και την παραγωγή. Έχει παρατηρηθεί μόνο ότι υψηλά επίπεδα στο στοιχείο αυτό είναι δυνατόν να προκαλέσουν τροφοπενία ψευδαργύρου. Η επάρκεια σε φώσφορο αυξάνει την εκατοστιαία περιεκτικότητα σε χυμό, ενώ μειώνει την οξύτητα των καρπών και έχει μεγάλη σπουδαιότητα για ποικιλίες πορτοκαλιάς και μανταρινιάς που έχουν όξινο χυμό.

Ο φώσφορος απαιτείται σε αρκετά μεγάλες ποσότητες απ’όλα τα εσπεριδοειδή, σπάνια όμως παρουσιάζει έλλειψη του στοιχείου αυτού, γιατί τα εσπεριδοειδή φαίνεται ότι έχουν την ικανότητα να απορροφούν το στοιχείο αυτό σε οποιαδήποτε μορφή και αν βρίσκεται στο έδαφος.

Στα εδάφη ο ολικός φώσφορος θα πρέπει να είναι υψηλότερος από 0,05% για να μην παρουσιάσουν ανεπάρκεια σε αυτό το στοιχείο, ενώ πρέπει να δοθεί προσοχή στα εδάφη όπου υπάρχει ελεύθερο ανθρακικό ασβέστιο, γιατί μπορεί να παρουσιαστεί έλλειψη φωσφόρου.

Κάλιο.   [Αρχή]

Το κάλιο είναι αναγκαίο στοιχείο για τη σωστή ανάπτυξη των φυτών. Σε συνθήκες έλλειψης καλίου παρατηρείται εξασθένηση της βλάστησης, υπερβολική φυλλόπτωση κατά την άνοιξη, ακαθόριστη χλώρωση των φύλλων, διάφορες παραμορφώσεις τους, εμφάνιση μικρών καστανών κηλίδων, νεκρωτικές επιφάνειες στο έλασμα των φύλλων, μείωση των καρπών και πρώιμος χρωματισμός αυτών. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να προκληθούν και από άλλες αιτίες, το πιο χαρακτηριστικό όμως είναι η έκπτυξη εξασθενημένων, μικρών νέων βλαστών, μερικοί από τους οποίους εμφανίζούν κίτρινο χρωματισμό στο σημείο πρόσφυσης των κλαδίσκων. Ο φλοιός είναι δυνατόν να εμφανίζει βυθισμένες επιφάνειες ή βοθρία στην κίτρινη περιοχή των βλαστών. Οι βλαστοί αυτοί σπάζουν, κάμπτονται και λαμβάνουν σιγμοειδές σχήμα, το οποίο παρουσιάζεται σε ισχυρή έλλειψη καλίου.

Στις περιπτώσεις που παρατηρείται περίσσεια καλίου στα δέντρα, επηρεάζονται κυρίως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Έτσι οι καρποί γίνονται μεγαλύτεροι, χοντρόφλουδοι και τραχύτεροι. Τα λεμόνια γίνονται πιο λεπτόφλουδα, λεία και γυαλιστερά. Επίσης καθυστερεί ο χρωματισμός των καρπών και εντείνεται ο επαναπρασινισμός αυτών στις όψιμες ποικιλίες. Ο χυμός των καρπών φαίνεται να μειώνεται με την αύξηση του καλίου και αυτό οφείλεται τόσο στην αύξηση του μεγέθους των καρπών, όσο και στο πάχος του φλοιού, ενώ αντίθετα στη λεμονιά αυξάνει το ποσοστό του χυμού λόγω της μείωσης του φλοιού. Είναι γενική διαπίστωση ότι το κάλιο προκαλεί αύξηση της οξύτητας του χυμού, γεγονός που στη λεμονιά αυτό επιδιώκεται.

Τα εσπεριδοειδή απαιτούν 0.5 ως 1 μονάδα καλίου ετησίως για μια παραγωγή ικανοποιητική.

Ελλείψεις άλλων θρεπτικών στοιχείων.

Μαγνήσιο.  [Αρχή]

Έλλειψη μαγνησίου έχει παρατηρηθεί στους περισσότερους εσπεριδοειδώνες και η τροφοπενία του έχει διαπιστωθεί εδώ και πολλά χρόνια. Τα φύλλα στην αρχή παρουσιάζουν χλωρωτικές κηλίδες στα μεσονεύρια διαστήματα από την κορυφή και από την περιφέρεια προς το μίσχο. Στα προχωρημένα στάδια τροφοπενίας, η χλώρωση γίνεται εντονότερη και καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος του ελάσματος, αφήνοντας τα νεύρα πράσινα και ένα τμήμα ελάσματος κοντά στο μίσχο σε σχήμα αντίστροφου Bε (Λ).

Η έλλειψη μαγνησίου μπορεί να οφείλεται στον ανεπαρκή εφοδιασμό του εδάφους, γι΄αυτό οι τροφοπενίες μαγνησίου παρουσιάζονται κυρίως στα όξινα και στα ελαφρά, αμμώδη εδάφη που ξεπλένονται εύκολα. Τις περισσότερες φορές όμως η τροφοπενία μαγνησίου οφείλεται κατά κύριο λόγο στον ισχυρό ανταγωνισμό του μαγνησίου με το κάλιο.

Σίδηρος.

Στα εσπεριδοειδή απαιτούνται πολύ μικρές ποσότητες σιδήρου, γι΄αυτό η έλλειψη του και η τροφοπενία του παρατηρείται σε σπάνιες περιπτώσεις. Χαρακτηριστικό σύμπτωμα που προκαλεί η τροφοπενία αυτή στα εσπεριδοειδή είναι η εμφανής διαφορά στο χρωματισμό των νεύρων και του ελάσματος των φύλλων. Το έλασμα παρουσιάζεται προοδευτικά χλωρωτικό στα μεσονεύρια διαστήματα, ενώ τα νεύρα του παραμένουν χαρακτηριστικά πράσινα. Τα συμπτώματα αυτά παρουσιάζονται στα νεαρά φύλλα γεγονός που μας δείχνει ότι ο σίδηρος δεν μετακινείται εύκολα.

Η έλλειψη σιδήρου μπορεί να οφείλεται σε πολλά αίτια, όπως στον ανεπαρκή εφοδιασμό του εδάφους, στην μικρή διαλυτότητα, στη δυσκολία να μετακινείται μέσα στα δέντρα, στην ανικανότητα των ριζών να απορροφούν αρκετή ποσότητα σιδήρου κ.λ.π. Μερικές δυσμενείς συνθήκες του εδάφους που προκαλούν την τροφοπενία σιδήρου είναι: η υπερβολική υγρασία, ο κακός αερισμός, οι χαμηλές θερμοκρασίες, η περίσσεια ορισμένων θρεπτικών στοιχείων (Ca, Fe, Zn, Cu) και η προσβολή των ριζών από νηματώδεις.

Ψευδάργυρος.

Η έλλειψη ψευδαργύρου στους εσπεριδοειδώνες προκαλεί χαρακτηριστικά συμπτώματα στα φύλλα. Τα νεαρά φύλλα παραμένουν μικρότερα, πιο στενά και με πιο μυτερή κορυφή, ενώ παρουσιάζουν χλωρωτικές κηλίδες στα μεσονεύρια διαστήματα, αρχίζοντας από την κορυφή και από την περιφέρεια προς το κεντρικό νεύρο. Η τροφοπενία αυτή είναι πολύ συχνή και παρουσιάζεται στις περισσότερες εσπεριδοπαραγωγικές περιοχές της χώρας μας.

Η έλλειψη ψευδαργύρου μπορεί να οφείλεται στον ανεπαρκή εφοδιασμό του εδάφους με ψευδάργυρο, στη δυσκολία με την οποία μετακινείται μέσα στα φυτά ή στις δυσμενείς συνθήκες του εδάφους.

Μαγγάνιο.

Τα συμπτώματα που παρουσιάζονται στην έλλειψη μαγγανίου είναι το κιτρίνισμα των περιοχών μεταξύ των νεύρων, ποτέ όμως δεν είναι τόσο έντονο, όσο στις τροφοπενίες σιδήρου και ψευδαργύρου. Τα νεύρα παραμένουν περισσότερο πράσινα και μέχρι την άκρη των φύλλων.

Η έλλειψη μαγγανίου είναι συνήθης στους ελληνικούς εσπεριδοειδώνες, και αν δεν είναι μεγάλη, η παραγωγή δεν επηρεάζεται σημαντικά. Παρατηρείται τόσο στα ελαφρά και αμμώδη, όσο και στα βαρύτερα εδάφη. Στα πρώτα γιατί το μαγγάνιο ξεπλένεται σχετικά εύκολα, ενώ στα δεύτερα γιατί δεσμεύεται, ακινητοποιείται και δεν αποδίδεται εύκολα στα φυτά.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4Ο  [Αρχή]

 

Γενικές αρχές για τη βιολογική καλλιέργεια των εσπεριδοειδών.

Πριν γίνει αναφορά στον τρόπο της οργανικής λίπανσης των εσπεριδοειδών, είναι αναγκαίο να δοθούν μερικές θεμελιώδεις αρχές της βιολογικής γεωργίας.

1. Η λίπανση με οργανικά υλικά έχει σκοπό να διατηρήσει ή να επαναφέρει την γονιμότητα του εδάφους και την ισορροπία μεταξύ των θρεπτικών στοιχείων και όχι να επιδεινώσει την ανισορροπία που πιθανώς υπάρχει. Μια λανθασμένη συνεισφορά θρεπτικών στοιχείων μπορεί να μην έχει κανένα αποτέλεσμα ή να προκύψει ζημιογόνα.

2. Μια συνεχής προσθήκη ενός μόνο είδους οργανικού υλικού οδηγεί αναπόφευκτα σε ανισορροπίες μεταξύ των θρεπτικών στοιχείων αλλά και ανισορροπίες στο αγρόκτημα γενικότερα.

3. Η λογική χρησιμοποίηση των οργανικών λιπασμάτων επιτρέπουν να διατηρηθεί η γονιμότητα και να διασφαλιστούν ψηλές αποδόσεις σε σχέση με αυτές που θα μπορούσαν να δώσουν οι φυσικές δυνατότητες, χωρίς όμως αυτό να μετατραπεί σε μειονέκτημα έναντι της ποιότητας. Στη βιολογική γεωργία οι μεγάλες αποδόσεις και γενικότερα η υπερβολική ανάπτυξη των φυτών δεν είναι ο κύριος στόχος.

4. Η δυνατότητα των φυτών να εκμεταλλεύονται τις ποσότητες των οργανικών υλικών εξαρτάται από τις συνθήκες του περιβάλλοντος. Ένα έδαφος χαλαρό, βαθύ, με μια υγρασία κανονική επιτρέπει να αξιοποιηθούν καλύτερα τα διαθέσιμα στοιχεία. Έτσι μια εκτίμηση του τύπου του εδάφους, των εδαφοκλιματικών συνθηκών της περιοχής και στη συνέχεια της διαχείρισης των αρνητικών παραγόντων πριν την εγκατάσταση της καλλιέργειας διευκολύνει τα φυτά στην καλύτερη ανάπτυξή τους.

5. Ο ρόλος της οργανικής ουσίας είναι ουσιαστικός. Η οργανική ουσία αναπτύσσει μια επίδραση άμεση πάνω στη συγκράτηση της υγρασίας, πάνω στη θερμοκρασία, πάνω στον αερισμό και στη ζωή του εδάφους.

6. Η άρδευση και η ποιότητα του νερού άρδευσης είναι παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία της καλλιέργειας. Οι ποσότητες του νερού που θα διατεθούν στην καλλιέργεια, θα πρέπει να δίνονται την κατάλληλη εποχή και όταν η καλλιέργεια το έχει ανάγκη. Η αυξημένη συγκέντρωση αλάτων στο νερό άρδευσης δεν θα επηρεάσει αρνητικά μόνο την καλλιέργεια αλλά θα δημιουργήσει προβλήματα και στο έδαφος.

7. Σε ένα αγρόκτημα, ένας από τους στόχους είναι η αύξηση της βιοποικιλότητας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με τη δημιουργία ενός πολύπλοκου οικοσυστήματος, που θα έχει συνέπεια την διευκόλυνση της άμυνας των φυτών κατά των ασθενειών.

Ξεκινώντας την εγκατάσταση του εσπεριδοειδώνα, γίνεται ανάλυση του εδάφους, για να προσδιοριστούν τα φυσικοχημικά και βιολογικά χαρακτηριστικά του. Είναι σημαντικό να ξέρει ο καλλιεργητής τις ελλείψεις και τα προβλήματα που υπάρχουν στο αγροτεμάχιο που πρόκειται να εγκαταστήσει τα εσπεριδοειδή, ώστε να κάνει μια σωστή προετοιμασία. Έτσι ξεκινάει μια υγιείς καλλιέργεια και προλαμβάνει μελλοντικά προβλήματα.

Η προετοιμασία του εδάφους, η ενσωμάτωση εδαφοβελτιωτικών, η αύξηση των μικροοργανισμών στο έδαφος και διατήρηση της οργανικής ουσίας, θα είναι τα πρώτα βήματα. Εξετάζοντας τις εδαφοκλιματικές συνθήκες και το φυτοπαθολογικό ιστορικό της περιοχής θα κάνει την επιλογή του κατάλληλου υποκειμένου. Θα γίνει πρόβλεψη του δικτύου άρδευσης και αποστράγγισης και φύτευση ανεμοφρακτών, αν αυτά κρίνονται απαραίτητα. Τέλος θα τηρηθούν οι αποστάσεις φύτευσης των δέντρων, που για την περίπτωση της βιολογικής καλλιέργειας είναι μεγαλύτερες από αυτές που ισχύουν για τις συμβατικές.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5ο     [Αρχή]

 

Οργανικά λιπάσματα.

Είναι λιπάσματα οργανικής σύστασης και φυσικής προέλευσης που έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε οργανική ουσία. Τα οργανικά λιπάσματα που προσθέτονται στο έδαφος, το εμπλουτίζουν με οργανική ουσία και επιδρούν ευεργετικά στις φυσικές ιδιότητές του και στη θρέψη των φυτών. Τα χρησιμοποιούμενα οργανικά λιπάσματα είναι οι κοπριές και τα ούρα των ζώων, τα διάφορα φυτικά υπολείμματα των καλλιεργειών που παραμένουν στον αγρό μετά την καλλιέργεια, τα οργανικά απόβλητα από γεωργικές βιομηχανίες, τα βιομηχανικά οργανικά απόβλητα (π.χ απόβλητα βυρσοδεψείων), πριονίδια, φλοιοί δέντρων, απόβλητα κατεργασίας ξύλου, ορισμένα πετρώματα και ορυκτοί άνθρακες και κομπόστες που παρασκευάζονται από τα παραπάνω υλικά. Όλα τα παραπάνω για να χρησιμοποιηθούν στις βιολογικές γεωργικές εκμεταλλεύσεις πρέπει να έχουν έγκριση και να περιλαμβάνονται στον KAN (EOK) 2092/91.

1. Κοπριές. Οι κοπριές των ζώων έχουν μεγάλη αξία, γιατί περιέχουν όλα τα θρεπτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για την ανάπτυξη των καλλιεργειών, οργανική ουσία και όλα τα συστατικά των υπόλοιπων οργανικών υλικών που βελτιώνουν τις φυσικές, χημικές και βιολογικές ιδιότητες του εδάφους.

Η εφαρμογή της κοπριάς στην καλλιέργεια μπορεί να γίνει αμέσως μετά τη συλλογή της από τους στάβλους, ώστε να αποφεύγονται οι απώλειες σε οργανική ουσία. Υποστηρίζεται μάλιστα, ότι η κοπριά πρέπει να φυλάσσεται στην αυλή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να περιορίζονται οι απώλειές της στο ελάχιστο και οι διεργασίες της αποσύνθεσης των οργανικών υλικών να εκτελούνται μέσα στο έδαφος. Επίσης θα πρέπει να παραχώνεται αμέσως, είτε με όργωμα είτε με δισκοσβάρνισμα, γιατί αν μείνει επιφανειακά έστω για κάποιες μέρες, είναι δυνατόν να χάσει μεγάλο μέρος της λιπαντικής της αξίας.

Μια άλλη άποψη είναι ότι η κοπριά πρέπει να χωνεύεται καλά, πριν ενσωματωθεί στο έδαφος. Μετά τη χώνεψη τα θρεπτικά στοιχεία που περιέχει η κοπριά είναι σε προσλήψιμες μορφές. Με τη διαδικασία της χώνεψης καταστρέφονται οι σπόροι των ζιζανίων και των διαφόρων παθογόνων, αλλά χάνεται και μέρος των θρεπτικών της στοιχείων.

Η περιεκτικότητα σε θρεπτικά στοιχεία είναι σημαντική όσο αφορά το άζωτο, το κάλιο, το ασβέστιο, το μαγνήσιο και τα ιχνοστοιχεία. Από πειράματα έχει διαπιστωθεί ότι ο φώσφορος απαντάται στην κοπριά σε περιεκτικότητες μικρότερες από το μισό, σε σύγκριση με το άζωτο και το κάλιο. Έτσι με την προσθήκη κοπριάς πρέπει ο καλλιεργητής να προσθέσει τις ακατέργαστες χημικώς μορφές φωσφόρου.

Μέσω μιας ποσότητας κοπριάς από 1τόνο/στρ. προστίθενται στο έδαφος 6,0Kg N, 3,0Kg P2O5, 7,0Kg K2O και 7.2Kg CaO. Εκτός από τα παραπάνω στοιχεία η κοπριά περιέχει και σημαντικές ποσότητες μαγνησίου, οι οποίες είναι αρκετές να αποτρέψουν σε αμμώδη κυρίως εδάφη, μετά από διαδοχικές εφαρμογές προβλήματα τροφοπενίας στα δέντρα. Εξίσου σημαντικές είναι και οι ποσότητες ιχνοστοιχείων που περιέχει, όπως φαίνεται από τον πίνακα 1 που ακολουθεί.

Πίνακας 1. Μέσες περιεκτικότητες μικροστοιχείων της κοπριάς (mg/kg)

 

Φρέσκια κοπριά

Ξηρή κοπριά

Βόριο

3,5

18,50

Κοβάλτιο

0,2

1,0

Χαλκός

2,0

13,0

Μαγγάνιο

43,8

209,0

Μολυβδαίνιο

0,13

1,5

Ψευδάργυρος

16,4

89,0

Πηγή: Σιδηράς, Ν., 1997. Οργανική λίπανση και αμειψεισπορές,

Η εφαρμογή της κοπριάς στον εσπεριδοειδώνα πραγματοποιείται κατά κανόνα κάθε δύο ή τρία χρόνια σε δόσεις από 3-5 τόνους/στρ την αρχικά και 2-3τόνους/στρ. στη συνέχεια. Συχνότερες αλλά μικρότερες δόσεις δείχνουν να είναι αποτελεσματικότερες απ’ό,τι οι μεγάλες δόσεις που εφαρμόζονται σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.

Σε αμμώδη εδάφη που αερίζονται έντονα η κοπριά πρέπει να παραχώνεται σε βάθος 15-20cm, ώστε να αποφεύγεται η ταχύτατη αποδόμησή της. Αντίθετα σε κακώς αεριζόμενα βαριά εδάφη πρέπει να ενσωματώνεται επιφανειακά (5-10cm). Σε περιοχές με λιγοστές βροχοπτώσεις αποδείχτηκε ότι τα παράχωμα της κοπριάς σε βάθος 25cm επιδρά πιο ευεργετικά στην αξιοποίηση του αζώτου από τα φυτά, σε σύγκριση με το παράχωμα στα 12cm βάθος.

Η κοπριά έχει υπολειμματική δράση. Αυτό παρατηρείται κυρίως με το άζωτο, που αξιοποιείται από τα φυτά σε ποσοστό περίπου 30% τον πρώτο χρόνο και σε ποσοστό 10% περίπου τον δεύτερο χρόνο. Πιο κατάλληλη εποχή είναι το φθινόπωρο, για να μπορέσει να αξιοποιήσει όσο καλύτερα γίνεται τις χειμερινές βροχοπτώσεις, να διαλυθεί και να αφομοιωθεί από τα δέντρα.

2. Κομπόστ. Είναι ένα άλλο είδος οργανικού λιπάσματος, που παράγεται με την αερόβια βιολογική αποδόμηση οργανικών υπολειμμάτων και τη μετατροπή τους σε χούμο, σε ουσίες σχετικά σταθερές, καθώς επίσης και στο σχηματισμό αργιλλο-χουμικών συμπλόκων.

Για την παραγωγή του κομπόστ μπορούν να χρησιμοποιηθούν κοπριά ζώων και φυτικά υπολείμματα που είναι εύκολο να βρεθούν στην περιοχή που βρίσκεται η καλλιέργεια. Στις περιοχές της Ελλάδας που καλλιεργούνται τα εσπεριδοειδή υπάρχουν καλλιέργειες ελιάς και αμπελιού. Έτσι ο παραγωγός που θέλει να φτιάξει μόνος του κομπόστ μπορεί να χρησιμοποιήσει τα κλαδιά από το κλάδεμα των εσπεριδοειδών, τα ελαιόφυλλα, την ελαιοπυρήνα, τις κληματίδες αμπέλων και τα στέμφυλα από τα οινοποιείων. Επίσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν υπολείμματα από εκκοκιστήρια βάμβακος, υπολείμματα από βιομηχανίες επεξεργασίας φρούτων, καθώς και φύκια της θάλασσας που προηγουμένως έχουν ξεπλυθεί καλά.

Η διαδικασία του κομπόστινγκ πραγματοποιείται σε σωρούς με πλάτος 2-3m, ύψος περίπου 1,5m και μήκος απεριόριστο. Πριν από τη διαμόρφωση των σωρών, το προς χώνευση υλικό τεμαχίζεται σε τεμάχια μήκους 1,5-7,5cm, αν είναι χονδροειδές και προστίθεται νερό, αν είναι απαραίτητο. Με την προετοιμασία αυτή εξασφαλίζονται οι άριστες κατά το δυνατόν συνθήκες υγρασίας, θερμοκρασίας και οξυγόνου για την έναρξη της δράσης της μικροχλωρίδας.Η άριστη υγρασία κυμαίνεται από 40% μέχρι και 60%, ενώ το μέγεθος των τεμαχιδίων θα εξασφαλίσει το απαραίτητο οξυγόνο στο σωρό.

Για να αρχίσει η κομποστοποίηση τα υπολείμματα πρέπει να έχουν την κατάλληλη αναλογία σε άζωτο και άνθρακα. Έτσι θα ευνοηθεί ο πολλαπλασιασμός και η αύξηση των μικροοργανισμών. Η άριστη σχέση C/N είναι 25-30. Αυτή η σχέση μπορεί να επιτευχθεί με την ανάμειξη διάφορων υλικών, που μπορεί να είναι σε κάποια αναλογία τρία μέρη από φυτικά υπολείμματα και ένα μέρος από ζωικά υπολείμματα.

Αμέσως μετά την διαμόρφωση του σωρού με το προετοιμασμένο υλικό, αρχίζει η μικροβιακή δράση που με την απελευθέρωση ενέργειας, έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο της θερμοκρασίας του σωρού. Μετά την πάροδο περίπου 10 ημερών η θερμοκρασία αρχίζει να πέφτει εξαιτίας της εξάντλησης του διαθέσιμου οξυγόνου. Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητη η οξυγόνωση του σωρού που επιτυγχάνεται με το γύρισμα του. Συνολικά χρειάζεται να πραγματοποιηθούν τρία γυρίσματα του σωρού και ο χρόνος της διαδικασίας αυτής διαρκεί 8-10 εβδομάδες.

Το κομπόστ είναι έτοιμο, όταν το προϊόν θρυμματίζεται σε κατάσταση ξερή και πλάθεται σε υγρή. Το κομπόστ, όταν δεν έχει ολοκληρωθεί η χώνευσή του, ή όταν δεν είναι πλήρως ώριμο, μπορεί να προκαλέσει στα φυτά διάφορες τροφοπενίες, κυρίως αζώτου και ακόμη φυτοτοξικά συμπτώματα. Οι τροφοπενίες προκαλούνται από τη συνέχιση της αποδόμησης του μη χωνεμένου κομπόστ και μετά την προσθήκη του στο έδαφος, που έχει ως αποτέλεσμα την δέσμευση του αζώτου και άλλων στοιχείων από τους αποδομητικούς μικροοργανισμούς σε βάρος των φυτών. Συνίσταται, μετά την ολοκλήρωση της χώνευσης, το κόμπόστ να μην χρησιμοποιηθεί για δύο μήνες, ώστε να ωριμάσει. Το ώριμο κομπόστ δεν ελκύει μύγες, δεν αποβάλει δυσοσμία αλλά μυρίζει ευχάριστα σαν δάσος μετά από βροχή.

Η περιεκτικότητα του κομπόστ σε θρεπτικά στοιχεία εξαρτάται από τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν ως πρώτες ύλες. Τα ποσοστά των στοιχείων κυμαίνονται από 1-2% σε άζωτο, 0,5-1% σε φώσφορο, 0,5-1% σε κάλιο και υπάρχουν σημαντικές ποσότητες και σε ιχνοστοιχεία. Για μια ικανοποιητική λίπανση της καλλιέργειας απαιτούνται ποσότητες 1,5-3τόνους/στρ., που μπορεί να πραγματοποιείται εναλλακτικά με την κοπριά ή τη χλωρή λίπανση. Μετά την εφαρμογή στην καλλιέργεια έχει διαπιστωθεί ότι το κομπόστ δίνει το 5-15% των στοιχείων του, ενώ έχει υπολειμματική δράση τρία χρόνια.

3. Χλωρή λίπανση. Με τον όρο χλωρή λίπανση εννοείται η ενσωμάτωση στο έδαφος της φυτικής μάζας που παράγεται από φυτά που έχουν καλλιεργηθεί για το σκοπό αυτό. Η χλωρή λίπανση έχει θετικές επιδράσεις στην καλλιέργεια, αυξάνοντας τη γονιμότητα, αλλά για να είναι επιτυχής χρειάζεται εδαφική υγρασία και καθίσταται αδύνατη όταν δεν υπάρχει νερό.

Η χλωρή λίπανση, εκτός του ότι εφοδιάζει το έδαφος με οργανική ουσία, το εμπλουτίζει επίσης με θρεπτικά συστατικά, ιδίως όταν τα φυτά που χρησιμοποιούνται για το σκοπό αυτό είναι ψυχανθή. Τα θρεπτικά αυτά συστατικά αποθηκεύονται μέσα στη φυτική μάζα και δεν απομακρύνονται με τις εκπλύσεις. Αποδίδονται στο έδαφος σταδιακά με την αποσύνθεση της οργανικής ύλης.

Επίσης καλύπτει το έδαφος, προωθώντας το σχηματισμό της δομής και περιορίζει τη διάβρωση. Μειώνει την έκπλυση των θρεπτικών στοιχείων του εδάφους, αξιοποιεί το βρόχινο νερό με τη δημιουργία φυτικής μάζας και συμβάλει στη χαλάρωση του εδάφους, κυρίως του υπεδάφους. Με τη χλωρή λίπανση μπορεί να γίνει καταπολέμηση των ζιζανίων εξαιτίας του ανταγωνισμού και της στέρησης του φωτός και μείωση της προσβολής από νηματώδεις.

Τα φυτά που είναι κατάλληλα για χλωρή λίπανση ταξινομούνται σε καλλιεργούμενα και μη φυτικά είδη, σε ψυχανθή και μη και σε σποροζιζάνια και ριζοζιζάνια. Τα ψυχανθή που καλλιεργούνται για χλωρή λίπανση είναι τα διάφορα είδη τριφυλλιού, ο βίκος, η σόγια, οι φακές, τα μπιζέλια, η μηδική και τα λούπινα. Άλλα μη ψυχανθή φυτά για χλωρή λίπανση είναι τα αγρωστώδη τα σταυρανθή.

Στην καλλιέργεια των εσπεριδοειδών κατάλληλο είναι κάποιο ψυχανθές και ειδικότερα ο βίκος, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μείγμα βίκου με κριθάρι, γιατί ο βίκος έρπει και χρειάζεται κάποιο αγρωστώδες για στήριξη. Ο βίκος είναι συμφέρον και από οικονομικής άποψης, γιατί ο σπόρος του είναι φθηνός. Για την κάλυψη ενός στρέμματος απαιτείται 12-13Kg βίκος. Η σπορά μπορεί να γίνει το Φθινόπωρο, και η κοπή και ενσωμάτωση στο στάδιο της πλήρους άνθισης. Σε αυτό το στάδιο περιέχουν περισσότερο άζωτο. Όταν τα φυτά θεριστούν εγκαίρως και ενσωματωθούν με προσοχή στο έδαφος, αποσυντίθενται σχετικά γρήγορα και συμβάλλουν στην αύξηση του χούμου, των βιολογικών δραστηριοτήτων και στη βελτίωση της δομής του εδάφους.

Πρέπει να τονιστεί ότι στα εσπεριδοειδή δεν είναι εύκολη η εφαρμογή της χλωρής λίπανσης, γιατί τα δέντρα αυτά έχουν πολύ επιφανειακό ριζικό σύστημα. Εφαρμόζεται χωρίς πρόβλημα σε εδάφη βαθιά, όπου και η ρίζα των εσπεριδοειδών πηγαίνει βαθιά και δεν υπάρχει κίνδυνος να τραυματιστεί κατά την σπορά και την ενσωμάτωση του φυτού της χλωρής λίπανσης.

Όπως έχει προαναφερθεί, είναι αναγκαία η παρακολούθηση της θρεπτικής κατάστασης των εσπεριδοειδών με τη φυλλοδιαγνωστική, ώστε να διατηρηθούν τα επίπεδα των θρεπτικών στοιχείων στο βέλτιστο. Έτσι θα επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή ποιότητα καρπών, δηλαδή καρποί λεπτόφλοιοι, εξωτερικά λείοι, χυμώδεις, γευστικοί και χωρίς φαινόμενα χαλάρωσης του φλοιού.

Οι καλλιεργητές έχουν στη διάθεσή τους και προϊόντα του εμπορείου για να διορθώσουν πιθανές ελλείψεις στοιχείων, κατά κύριο λόγο τροφοπενίες που αφορούν κυρίως ιχνοστοιχεία. Τα προϊόντα του εμπορείου πρέπει να περιλαμβάνονται στον ΚΑΝ(ΕΟΚ)2092/91.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ  [Αρχή]

 

Από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι στον τομέα της θρέψης των εσπεριδοειδών, υπάρχουν δυνατότητες και λύσεις για τον καλλιεργητή που θέλει να ακολουθήσει το πρόγραμμα της βιολογικής γεωργίας.

Είναι πολύ σημαντικό να καταφέρει να επαναφέρει την γονιμότητα και την ισορροπία στο έδαφος. Η εφαρμογή της συμβατικής καλλιέργειας, που μπορεί να προϋπάρχει στο αγρόκτημα, είναι σχεδόν σίγουρο ότι έχει δημιουργήσει προβλήματα με τη συνεχή χρήση χημικών λιπασμάτων και έχει υποβαθμιστεί η ποιότητα του εδάφους και ευρύτερα του οικοσυστήματος.

Από οικονομικής άποψης, η βιολογική λίπανση των εσπεριδοειδών έχει αυξημένο κόστος, γιατί απαιτεί περισσότερα εργατικά. Το κόστος παραγωγής είναι αυξημένο κατά 10-20% Το ίδιο ισχύει και για τις περισσότερες βιολογικές καλλιέργειες. Όμως οι τιμές που απολαμβάνουν το βιολογικά προϊόντα στην αγορά είναι αυξημένα κατά 20% περίπου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  [Αρχή]

Αλκίμος Αναστάσιος, 1990: Βιοκαλλιέργειες. Εκδόσεις Ψύχαλου.

Benvenuti Giulio – Nasolini Tiziana, 1996: La produzione biologica di frutta e agrumi in Italia: una realta in espansione. Rivista di Frutticoltura, 1996, 58:10 33-40.

ΔΗΩ, 1994: Βιολογική καλλιέργεια της ελιάς. 1Ο Πανελλήνιο Συνέδριο Βιολογικής Γεωργίας. Καλαμάτα 4-6 Νοεμβρίου 1994.

Guet Gabriel, 1993: Agricoltura Biologica Mediterranea. Edizioni Agricole.

Λίπανση Θρέψη. Γεωργική Τεχνολογία, Ιανουάριος 1994.

Μανιός Β., 1989: Παρασκευή οργανοχουμικών υλικών (Composts) από οργανικά υπολείμματα και εφαρμογές τους στη γεωργία. Πρακτικά διημερίδας “Γονιμότητα εδαφών –Θρέψη φυτών”. Ηράκλειο 29-30 Νοεμβρίου 1989.

Ron Alexander – Heidi Whitman, 1998: Yard Trimmings Market Gets A Fresh Look. Biocycle 39 (1):62-64.

Σιδηράς Ν.,1997: Οργανική λίπανση και αμειψισπορές. Εκδόσεις ΔΗΩ.

Τσαρούχης Γ.,1999: Βιολογική καλλιέργεια εσπεριδοειδών στη λίμνη Τριχωνίδα. ΔΗΩ,1999, 9: 25-27.

Υγιεινή Ανακύκλωση Οργανικών Υλικών, 1987. Έκδοση: Σύλλογος Οικολογικής Γεωργίας.

Vecchi Alessandro, : Τα Εσπεριδοειδή. Εκδόσεις Ψύχαλου.