ΤΕΙ  Κρήτης
Σχολή Τεχνολογίας Γεωπονίας
Ε.Π.Ε.Α.Ε.Κ 
Πρόγραμμα Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης    "Βιολογική Γεωργία" Ενέργεια 3.4.γ

Ευαγγελία Μυλωνάκη,
Τεχνολόγος Γεωπόνος
Νέας Ιωνίας 783, Χανιά,
Τηλ: 0821 91255, 0932 450941

Πτυχιακή Εργασία : Επίδραση υδατικών εκχυλισμάτων τσουκνίδας και άλλων αγριόχορτων στην ανάπτυξη των καλλιεργειών
Πλήρες Κείμενο  (htm format)                                         

Περίληψη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα αγριόχορτα (ζιζάνια) είναι γνωστά σαν τα άγρια φυτά τα οποία ανταγωνίζονταν τα καλλιεργούμενα, σε θρεπτικά στοιχεία, νερό και φωτισμό περιορίζοντας έτσι ή δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στα καλλιεργούμενα φυτά και τελικά στην γεωργική παραγωγή. Σήμερα μετά από διαδοχικά πειράματα διαπιστώθηκε ότι τα αγριόχορτα κάθε άλλο παρά ανεπιθύμητα δεν είναι για τις καλλιέργειες και κυρίως για τις δενδρώδεις καλλιέργειες και το αμπέλι αλλά και για τα επικλινή εδάφη όπου η παρουσία τους εμποδίζει την διάβρωση, την απομάκρυνση δηλαδή του γόνιμου επιφανειακού εδάφους με τις βροχές. Κάτι άλλο όμως που ίσως ως σήμερα ήταν άγνωστο ή τουλάχιστον δεν ήταν τόσο διαδεδομένο είναι η χρησιμότητα των «άγριων» αυτών φυτών στα καλλιεργούμενα φυτά.

Κάθε φυτό που εμφανίζεται εκεί που δεν το σπείρουμε συνηθίζουμε να το λέμε ζιζάνιο, ενώ ο όρος αφορά συνήθως μόνο τα επιζήμια φυτά. Μεταξύ των πιο συνηθισμένων στη χώρα μας ζιζανίων είναι η αγριοβρώμη, το αγριοκρίθαρο, η αγριάδα, ο βέλιουρας, το ξυνολάπαθο, το πολυκόμπι, η τσουκνίδα, η περικοκλάδα, η αγριαψιθία, το τριφύλλι, η μαργαρίτα, η πικραλίδα, κ. α. Η εξάπλωση τους οφείλεται στο ότι μπορούν να προσαρμόζονται σε διαφορετικά εδάφη και θέσεις. Αναπτύσσονται ζωηρά έστω και με αντίξοες συνθήκες και πολλαπλασιάζονται δραστήρια. Αυτό τα κάνει να υπερισχύουν των καλλιεργούμενων φυτών με αποτέλεσμα να τους στερούν πολύτιμα θρεπτικά στοιχεία, νερό και φως περιορίζοντας έτσι την ανάπτυξη και κατά συνέπεια και την απόδοση τους.

Ένας άλλος λόγος που κάνει ανεπιθύμητα τα ζιζάνια σε μια καλλιέργεια είναι ότι σε αυτά βρίσκουν καταφύγιο διάφοροι εχθροί και ασθένειες των καλλιεργούμενων φυτών.

Κάποια στοιχεία όμως όπως τα παρακάτω έρχονται να υποστηρίξουν την ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας:

·       Τα άγρια (αυτοφυή) φυτά, όσο ανεπιθύμητα και αν είναι, δεν αναπτύσσονται ποτέ τυχαία. Η εξαιρετική τους αντοχή, ακόμη και απέναντι στην προσπάθεια του ανθρώπου να τα εξοντώσει, οφείλεται στην άριστη προσαρμογή τους σε κάποιες ειδικές συνθήκες (σύσταση εδάφους, υγρασία κ.λ.π). Αφού λοιπόν υπάρχει πάντα μια τέτοια συσχέτιση ενός είδους με κάποιες συνθήκες, μπορούμε να αντλήσουμε πληροφορίες από αυτά. Για παράδειγμα, ένα ζιζάνιο, όπως το ξινοτρίφυλλο (Oxalis spp. ) μας υποδεικνύει ότι το έδαφος έχει έλλειψη ασβεστίου και μας βοηθάει να το διορθώσουμε.

·       Τα ζιζάνια, ιδιαίτερα στις δενδρώδεις και πολυετείς καλλιέργειες όπως η ελιά ή το αμπέλι, δεν είναι πάντοτε ανεπιθύμητα. Υπάρχουν περιπτώσεις που η παρουσία τους μας είναι χρήσιμη, αρκεί να είναι κάτω από διαρκή έλεγχο, ώστε να ωφελούν χωρίς να βλάπτουν ή καλύτερα το όφελος να είναι μεγαλύτερο από τη ζημιά που προκαλούν. Έτσι η παρουσία για παράδειγμα, ενός χαμηλού ζιζανιοτάπητα σε ελαιώνες που βρίσκονται σε επικλινή εδάφη, εμποδίζει τη διάβρωση, την απομάκρυνση δηλαδή του γόνιμου επιφανειακού εδάφους με τις βροχές.

·       Νεότερες έρευνες από τις Η. Π. Α. – Καλιφόρνια (Altieri et al, 1986) που εξετάζουν τη σχέση των ζιζανίων με τα βλαβερά έντομα, καταγράφουν μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, όπου τα ζιζάνια, αναπτυσσόμενα υπό έλεγχο π. χ. στα όρια του κτήματος φιλοξενούν ωφέλιμα έντομα (παράσιτα και αρπακτικά των επιζήμιων ειδών στην παραγωγή).

-  Στην καλλιέργεια της μηλιάς η Phacelia sp. βοηθάει τη βιολογική καταπολέμηση της ψώρας του San Jose (φιλοξένει το Aphelinus mali παράσιτο υμενόπτερο ).

-  Στην λαχανοκαλλιέργεια τα Chenopodium sp. συμβάλλουν στην καταπολέμηση της μελίγκρας (φιλοξενούν τη Chrysopa carnea, αρπακτικό νευρόπτερο).

-  Στο αμπέλι, το Sorghum halepense φιλοξενεί το Metaseilus, άκαρι αρπακτικό που ελέγχει τα φυτοφάγα ακάρεα (Tetranychus sp. κ. λ. π. ).

-  Ίσως δεν είναι σε πολλούς ακόμη γνωστό ότι ο καθηγητής Ισαακίδης, ήδη από το 1950 διαπίστωνε τον ευνοιικό ρόλο του φυτού Inula sp. (ακονυζά – Compositae) στο βιολογικό έλεγχο του δάκου. Πρότεινε μάλιστα ευνοική μεταχείριση αυτού του πολύτιμου ‘φυτικού σύμμαχου’ από τους ελαιοκαλλιεργητές.

Όμως η χρησιμότητα των ‘ζιζάνιων’ δεν σταματά εδώ. Εκτός από τη φιλοξενία που προσφέρουν σε πολλά είδη αρπακτικών και παρασίτων πολλά ζιζάνια προσφέρονται και για την παρασκευή εκχυλισμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται για την αναζωογόνηση των καλλιεργούμενων φυτών αλλά και σαν φαρμακευτικά για την φυτοπροστασία τους.

Σκοπός αυτής της εργασίας είναι να αποδείξει την θετική επίδραση των αγριόχορτων στα φυτά τόσο σαν εκχυλίσματα για φυτοπροστασία και αναζωογόνηση των φυτών όσο και σαν δείκτες για την ποιότητα του εδάφους που μπορεί να επηρεάσει μια καλλιέργεια θετικά ή αρνητικά.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΕΚΧΥΛΙΣΜΑΤΩΝ ΤΣΟΥΚΝΙΔΑΣ ΣΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΟΥΜΕΝΩΝ ΦΥΤΩΝ.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η τσουκνίδα είναι πολύτιμο φυτό. Βελτιώνει το έδαφος, όπου φύεται. Περιέχει ένζυμα, σίδηρο, βιταμίνες, διάφορα άλατα και μυρμηγκικό οξύ, σε αυτό το τελευταίο οφείλεται η φαγούρα που προκαλεί καθώς και το όνομα της, κνίδη. Τόσο διεθνώς (Πανάγος 1987), όσο και στην ελληνική πρακτική εφαρμογή (Μπουγιούρης προσωπική επικοινωνία) έχει διαπιστωθεί ότι τα υδατικά εκχυλίσματα πολλών φυτών έχουν θετικές επιδράσεις στην ανάπτυξη των καλλιεργούμενων φυτών. Παρ’ όλα αυτά οι επιστημονικές εργασίες που ασχολούνται με τη τεκμηρίωση των ιδιοτήτων των εκχυλισμάτων από άγρια φυτά (ζιζάνια ) είναι ελάχιστες. Μερικές από τις πιο σημαντικές εργασίες που προσεγγίζουν αυτό το θέμα είναι και αυτές των Peterson and Jense από το Πανεπιστήμιο του Lund της Σουηδίας που δημοσιεύτηκαν στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Biological Agriculture and Horticulture, 1985, Vol. 2, No. 4, pp. 303-314 και επίσης στο ίδιο περιοδικό 1986, Vol. 4, pp. 7-18.

Υδατικά εκχυλίσματα φυτών.

Τα υδατικά εκχυλίσματα είναι διαλύματα τα οποία έχουν προέλθει από ανάμειξη του νερού με διάφορα φυτικά μέρη και εκχύλιση τους.

Ο τρόπος με τον οποίο θα παρασκευαστεί ένα υδατικό εκχύλισμα εξαρτάται από το φυτό που θα χρησιμοποιήσουμε, την κατάσταση την οποία βρίσκεται (νωπό ή ξηρό) και την χρήση για την οποία δημιουργείται.

Η εκχύλιση γίνεται κατά κανόνα από τα φύλλα των φυτών. Όμως σε αρκετά φυτά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τα στελέχη (αρτεμισία, τσουκνίδα, φτέρη). Σε ελάχιστα φυτά χρησιμοποιούμε μόνο τις ρίζες (Derris Elliptica \ ροτενόνη) ή τα άνθη (πύρεθρο).

Τα μέρη των φυτών που θα χρησιμοποιηθούν για την παρασκευή εκχυλισμάτων παίρνονται την άνοιξη λίγο πριν την ανθοφορία ή μόλις αρχίζει η ανθοφορία. Τα περισσότερα παρασκευάσματα όμως μας χρειάζονται και σε περιόδους όπου τα φυτά αυτά δεν υπάρχουν ή δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν, για το λόγο αυτό χρησιμοποιούμε τα φυτά αυτά νωπά την περίοδο της άνοιξης και τα αποξηραίνουμε για να τα έχουμε καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου σε ξηρή μορφή. Οι διαφορές ανάμεσα στο νωπό και ξηρό μέρος του φυτού είναι αμελητέες και συνήθως δεν είναι σημαντικές στην πράξη.

Οι ποσότητες που χρειάζονται για την παρασκευή των εκχυλισμάτων από αποξηραμένα φυτά σαφώς είναι μικρότερες σε σύγκριση με αυτές των νωπών φυτών.

Συνιστάται η χρήση των ειδών κνίδη η δίοικος (Urtica doica) και κνίδη η καυστική (Urtica urens). Εάν δεν βρούμε αυτά τα 2 είδη μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και την κνίδη τη σφαιροφόρο (Urtica pilulifera).

Σύνθεση και ιδιότητες του διαλύματος τσουκνίδας.

Σαν πρώτο βήμα για την κατανόηση των φυσιολογικών αποτελεσμάτων από το διάλυμα τσουκνίδας πάνω στα φυτά, μελετήθηκαν η χημική σύνθεση και φυσική και βακτηριολογική ιδιότητα από ποικιλία αποσταγμάτων τσουκνίδας. Τα πειράματα έγιναν για να διευκρινιστούν οι αλλαγές στην σύνθεση του διαλύματος τσουκνίδας κάτω από ποικιλία συνθηκών αποθήκευσης.

Διάλυμα τσουκνίδας (υδατικό απόσταγμα από την Urtica doica) αναλύθηκε για περιεκτικότητα ανόργανων στοιχείων (N, P, K, Ca, Mg, S, Fe, B, Mn, Zn, Cu, Mo) και ποικίλων χημικών και φυσικών παραμέτρων ( ph, αγωγιμότητα, ρυθμιστική ικανότητα, δυναμικό οξειδοαναγωγής, ξηρή ουσία, βακτήρια, αυξίνες). Οι τσουκνίδες συλλέχτηκαν για αυτήν την εξαγωγή υδατικού διαλύματος από τρία ενδιαιτήματα (φυλλοβόλο δάσος, λιβάδι, σωρός κόπρου) και τα φυτά συλλέχτηκαν σε 3 ημερομηνίες: Μάιο (20-30cm ύψος), Ιούνιο (πριν την άνθιση 60-80 cm ύψος) και Αύγουστο (90-110cm ύψος). Μόνο το επάνω μισό των φυτών χρησιμοποιήθηκε. Το μισό από το νωπό υλικό χρησιμοποιήθηκε αμέσως για την παραγωγή του διαλύματος τσουκνίδας ενώ το άλλο αποξηράνθηκε στον αέρα για 14 ήμερες και αποθηκεύτηκε πριν την εξαγωγή. Η σύγκριση ήταν μεταξύ του διαλύματος τσουκνίδας που είχε φτιαχτεί από φρέσκιες και ξηρές τσουκνίδες, και μελετήθηκαν τα αποτελέσματα από αποστάγματα που είχαν αποθηκευτεί για 6 μήνες. Το διάλυμα τσουκνίδας ετοιμάστηκε ως ακολούθως: 1 kg φρέσκιας τσουκνίδας (ποσοστό υγρασίας ca 84%) ή 183 g. ξηρής τσουκνίδας (ποσοστό υγρασίας ca 7,1%) ανακατεύτηκε με 10 lit. απεσταγμένο νερό. Το μίγμα φυλάχτηκε σε σκεπασμένο δοχείο σε θερμοκρασία δωματίου ( ca 20C ) και αναδευόταν κάθε δεύτερη μέρα. Μετά από 14 ημέρες γινόταν η διύλιση με χρήση μεταλλικού πλέγματος με πόρους 2mm.

Το διάλυμα τσουκνίδας αποδείχτηκε ότι είχε ποσοστό Ν (30-40 Mm) κυρίως σαν αμμωνιακό λόγο των αναερόβιων συνθηκών που επικρατούσαν μέσα στα δοχεία με το διάλυμα με αποτέλεσμα να καθυστερεί πολύ η διαδικασία της νιτροποίησης η οποία απαιτεί πολύ οξυγόνο για να γίνει. Αυτό αποτελεί πλεονέκτημα όταν το διάλυμα τσουκνίδας χρησιμοποιηθεί σαν λίπασμα μιας και η διαρροή των αμμωνιακών από το έδαφος είναι αξιοσημείωτα χαμηλότερη από των νιτρικών. Η αποθήκευση διαλύματος τσουκνίδας αύξησε το διαθέσιμο Ν δια μέσου της αποσάθρωσης από το οργανικό κλάσμα. Στην αποθήκευση χρησιμοποιήθηκε ένα μοναδικό συνολικό δείγμα του διαλύματος τσουκνίδας από τρία ενδιαιτήματα και επιλέχτηκαν τρεις διαφορετικές καταστάσεις αποθήκευσης: 1) σε σκοτάδι στους 4οC, 2) σε φως (ca 200 lux) στους 20οC, 3) σε φως (7000 lux) σε 20οC (θερμοκήπιο). Δείγματα λαμβάνονταν κάθε δεύτερο μήνα για 6 μήνες. Η αποσάθρωση ήταν η μέγιστη στο φως της ημέρας και σε θερμοκρασία 20οC. Διάλυμα τσουκνίδας φτιαγμένο από τσουκνίδες που μαζεύτηκαν την άνοιξη είχαν το υψηλότερο ποσοστό ΝΗ4, Ρ, και Κ, ενώ στα τέλη καλοκαιριού οι τσουκνίδες έδωσαν διάλυμα με υψηλότερα ποσοστά Ca, Mg, και S. Δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στο διάλυμα τσουκνίδας από διαφορετικά ενδιαιτήματα, ενώ αντίθετα υπήρχε μεγάλη διαφορά από χρόνο σε χρόνο. Διάλυμα τσουκνίδα; φτιαγμένο από νωπές και ξηρές τσουκνίδες διαφέρει λίγο σε χημικές και φυσικές παραμέτρους και ανόργανα ποσοστά. Τέλος το διάλυμα τσουκνίδας μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν θρεπτική πηγή για φυτά ή σαν προσθήκη κατά την διάρκεια συνθηκών έλλειψης ανόργανων στοιχείων.

Εφαρμογή του διαλύματος τσουκνίδας σε φυτά.

Αποστάγματα από τσουκνίδες (Urtica doica) αξιολογήθηκαν για το κατά πόσο έχουν την δυνατότητα να διεγείρουν την ανάπτυξη φυτών σιταριού, τομάτας, και κριθαριού σε δύο διαφορετικά πειράματα. Τα πειράματα έγιναν σε υδροπονική καλλιέργεια αλλά και σε δοχεία με άμμο και μίγμα τύρφης με άμμου.

Στην υδροπονική καλλιέργεια σπόροι σιταριού εμβαπτίστηκαν και φύτρωσαν σε τριβλία πετρί με φίλτρα εμποτισμένα με απεσταγμένο νερό. Μετά από 3 ημέρες στο σκοτάδι στους 20 C τα σπορόφυτα μεταφέρθηκαν σε κυκλικούς πλαστικούς δίσκους οπού ο καθένας περιλάμβανε 15 φυτά ενώ η καλλιέργεια έλαβε μέρος σε βαμμένα μαύρα γυάλινα κύπελα των 2 λίτρων. Υδατικό εκχύλισμα τσουκνίδας με γνωστή σύνθεση θρεπτικών στοιχείων διαλύθηκε 2. 5, 5, 7. 5, 10, 12. 5, και 15 Χ φορές για να χρησιμοποιηθεί σαν μέσο καλλιέργειας. Τα φυτά καλλιεργήθηκαν για 14 ημέρες σε συνεχή αεριζόμενα διαλύματα τσουκνίδας τα οποία αλλάχτηκαν μετά από 6 και 11 ημέρες, και σε θερμοκρασία 20οC +1οC και 50% + 5% σχετική υγρασία ενώ η ακτινοβολία ήταν 30 w/m για 16 ώρες φωτισμού (με λάμπες φθορίου 110w ). Το αρχικό ΡΗ διαλύματος ήταν 6. 1.

Σε δοχεία 1,5 λίτρων, κριθάρι και τομάτα αναπτύχθηκαν για 2 μήνες μέσα σε χαλαζιακή άμμο (μέσο μέγεθος κόκκου 0,9mm ) ή μίγμα τύρφης – άμμου (2/3 λίτρου τύρφη + 1/3 λίτρου άμμου +13,5 γρ. δολομίτη /λίτρο). Η καλλιέργεια πραγματοποιήθηκε σε ένα θερμοκήπιο με θερμοκρασία 20C +1οC, 60% + 5% σχετική υγρασία και με 16 ώρες φωτισμό καθημερινά εξασφαλίζοντας τον με λάμπες υδραργύρου 400 w (ca 70/wm) συμπληρώνοντας με φυσικό φωτισμό. Κάθε δεύτερη μέρα 100ml διαλύματος τσουκνίδας ή θρεπτικού διαλύματος με όμοια ανόργανη σύνθεση προστίθεντο σε κάθε δοχείο. Κατά την διάρκεια των 2 τελευταίων εβδομάδων 150ml διαλύματος προστίθεντο κάθε δεύτερη μέρα. Τα διαλύματα που χρησιμοποιούνταν ήταν τα εξής:

Στο πρώτο πείραμα το διάλυμα τσουκνίδας ήταν φτιαγμένο από μίγμα από φρέσκιες ανοιξιάτικες τσουκνίδες καθώς και τσουκνίδες από τα μέσα και τέλη καλοκαιριού οι οποίες διαλυόταν 10 φορές (10Χ). Στο δεύτερο πείραμα το διάλυμα τσουκνίδας ήταν φτιαγμένο από φρέσκιες και ξηρές τσουκνίδες και χρησιμοποιήθηκε αντιστοίχως μετά από 10 πλάσια αραίωση και στο τρίτο πείραμα διάλυμα τσουκνίδας φτιάχτηκε από ανοιξιάτικες και καλοκαιρινές τσουκνίδες ξανά μετά από 10 πλάσια διάλυση.

Από τα πειράματα που έγιναν διαπιστώθηκε ότι περίπου 10πλάσια διάλυση από το διάλυμα τσουκνίδας έδωσε το μεγαλύτερο νωπό βάρος ριζών και μήκος πλευρικών ριζών στο σιτάρι σε σχέση με ποιο αραιωμένα ή ποιο συγκεντρωμένα μέσα. Τα αποτελέσματα από τα πειράματα σε δοχεία, μας δείχνουν ότι το διάλυμα τσουκνίδας δίνει γύρω στο 20% υψηλότερο νωπό βάρος βλαστών σε τομάτα και κριθάρι από το ισοδύναμο συνθετικό θρεπτικό διάλυμα και γύρω στο 15% υψηλότερο επίπεδο χλωροφύλλης καθώς και Ν (15%). Η αναπνοή του εδάφους ήταν περίπου η διπλάσια σε δοχεία που βάλαμε διάλυμα τσουκνίδας συγκρινόμενα με εκείνα που δέχτηκαν θρεπτικό διάλυμα ενώ το pΗ αυξήθηκε μέσα στο υπόστρωμα 1-2 μονάδες πράγμα σημαντικό για τα όξινα εδάφη. Καμία σπουδαία διαφορά δεν παρατηρήθηκε στο βάρος νωπών βλαστών και ριζών στην επίδραση ανάπτυξης από την χρήση νωπής ή ξηρής τσουκνίδας. Διάλυμα τσουκνίδας φτιαγμένο από ανοιξιάτικες τσουκνίδες συνήθως έδινε υψηλότερο βλαστικό και ριζικό νωπό βάρος από το διάλυμα τσουκνίδας που έχει φτιαχτεί από τσουκνίδες παρμένες από τα μέσα και τα τέλη του καλοκαιριού. Τέλος συγκρίνοντας το θρεπτικό διάλυμα με το διάλυμα τσουκνίδας φαίνεται καθαρά ότι το διάλυμα τσουκνίδας έχει αναζωογονητική επίδραση στην ανάπτυξη των φυτών.

Συζήτηση

Από τα παραπάνω αποτελέσματα διαπιστώθηκε ότι πρακτικά η τσουκνίδα είναι ένα από τα σημαντικότερα αγριόχορτα που έχει δώσει η φύση με μεγάλες δυνατότητες προοπτικής ως προς την χρήση της σε πολλές καλλιέργειες τόσο κηπευτικών όσο και φυτών μεγάλης καλλιέργειας.

Εκτός όμως από την τσουκνίδα τα εκχυλίσματα της οποίας χρησιμοποιούνται και σαν φυτοπροστατευτικά υπάρχουν και πολλά ακόμα αγριόχορτα που δίνουν επίσης θετικά αποτελέσματα στην αύξηση και ανάπτυξη των φυτών με τα εκχυλίσματα τους, προστατεύοντας τα από εχθρούς και ασθένειες κυριότερα εκ των οποίων είναι:

1.     Το πολυκόμπι –Equisetum Arvense – (για μυκητιάσεις )

2.     Αιθέρια έλαια (σαν εντομοαπωθητικό )

3.     Φτέρες ή πτέρες – Pteridium Aquilium, Dryopteris filix- Mas ( για ψώρες, αφίδες και άλλα απομυζητικά)

4.     Ευκάλυπτος – Καμφορά – Μέντα –Δυόσμος (για σκόρους φυτών και σκουλήκια )

5.     Αρτεμησία το αψίδιον – Artemisia Adsinthium (απωθητικά μυγών και άλλων εντόμων )

6.     Πύρεθρο (φυσικό εντομοκτόνο )

7.     Ρήον ή ρεβέντι – Rheum Rhababrum (για κάμπιες, αφίδες και μυκητιάσεις )

8.     Ροτενόνη (φυσικό εντομοκτόνο)

9.     Quassia (φυσικό εντομοκτόνο )

10.   Εκχυλίσματα από φύκια (θαλάσσια άλγη)

Τα παρασκευάσματα των εκχυλισμάτων των παραπάνω φυτών γίνονται περίπου με τον ίδιο τρόπο (διαφορές υπάρχουν στο κρύο ή ζεστό νερό καθώς και στην ποσότητα του ) χρειάζονται μόνο μερικές μέρες διαφορά το ένα από το άλλο για την παρασκευή του. Η εκχύλιση γίνεται κατά κανόνα από τα φύλλα των φυτών όμως σε αρκετά φυτά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τα στελέχη (αρτεμισία, τσουκνίδα, φτέρη) ενώ σε ελάχιστα φυτά χρησιμοποιούμε μόνο τις ρίζες (Derris Elliptica\ ροτενόνη) ή τα άνθη (πύρεθρο). Σε πολλές περιπτώσεις μπορούμε να κάνουμε συνδυασμό των εκχυλισμάτων με οινόπνευμα και σαπούνι.

Τα ζιζάνια όμως δεν χρησιμεύουν μόνο σαν φυτοπροστατευτικά και αναζωογονητικά για τα φυτά αλλά τα προστατεύουν και σαν φυτά δείκτες από περιοχές όπου ίσως δεν ενδείκνυται για αυτά. Συνήθως τα ζιζάνια μεγαλώνουν και ευημερούν οπουδήποτε έχουν γίνει λάθη στη σχέση του ανθρώπου με το έδαφος και υποδεικνύουν τι πρέπει να γίνει ώστε να διορθωθούν αυτά τα λάθη. Έτσι βλέποντας ένα πλήθος ζιζάνιων σε μια περιοχή μπορούμε να καταλάβουμε τι λάθος έχει γίνει, σε ποια κατάσταση βρίσκεται το έδαφος και τι καλλιέργεια μπορούμε να βάλουμε ώστε να μην έχουμε μετέπειτα προβλήματα στα φυτά μας. Μερικά από τα σπουδαιότερα ζιζάνια που συναντάμε στη φύση και που πρέπει να ξέρουμε τι υποδηλώνει η παρουσία τους είναι:

ΤΑΤΟΥΛΑΣ: Έχει ζωηρή ανάπτυξη σε εδάφη που η οργανική ουσία βρίσκεται στο στάδιο της αποσύνθεσης αλλά πραγματοποιείται κάτω από αναερόβιες συνθήκες.

ΛΟΥΒΟΥΔΙΑ: Απεικονίζει την καλή θρεπτική κατάσταση του εδάφους. Εγκαθιστάται σε πλούσια και γόνιμα εδάφη, με σωστά χωνεμένο χούμο.

ΒΛΗΤΑ:Ευδοκιμούν σε εδάφη με χαμηλή περιεκτικότητα σε οργανική ουσία καθώς επίσης και σε εδάφη με χαμηλή υγρασία.

ΠΟΛΥΚΟΜΠΙ: Η εμφάνιση του υποδηλώνει ελλιπή αποστράγγιση και ελαφρά όξινο έδαφος. Προτιμά αμμώδη ή χαλικώδη εδάφη με υψηλά επίπεδα εδαφικής υγρασίας αλλά μπορεί να επιβιώσει και σε ένα ξηρό καλοκαίρι.

ΒΕΛΙΟΥΡΑΣ: Η εξάπλωση του βέλιουρα είναι μια ένδειξη αλληλεπίδρασης εντομοκτόνων, χλωριούχου καλίου, σύμπλοκων ψευδαργύρου και συμπίεσης του εδάφους.

ΣΕΤΑΡΙΑ: Όταν το έδαφος κατεργάζεται με βαριά μηχανήματα και είναι βρεγμένο τότε υπάρχει κίνδυνος συμπίεσης των στρωμάτων του. Από την συμπίεση παρατηρείται απουσία αέρα και παράλληλα αυξημένη συγκέντρωση διοξειδίου. Το φαινόμενο αυτό ενεργοποιεί τη διαδικασία βλάστησης της σετάριας.

ΑΓΡΙΟΒΡΩΜΗ: Η εμφάνιση της σχετίζεται με εδάφη που είναι υγρά και έχουν κακή στράγγιση.

ΜΟΥΧΡΙΤΣΑ: Όπου το αγριόχορτο κυριαρχεί το κάλιο βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα ενώ η παρουσία του σημαίνει ότι και άλλα στοιχεία βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα όπως το μαγνήσιο, το μαγγάνιο, το θείο, το βορίο, το χλώριο, το σελήνιο, ο ψευδάργυρος, και ο χαλκός.

ΑΓΡΙΟΒΑΜΒΑΚΙΑ: Η εμφάνιση του αβούτιλου είναι ένα πρώιμο σημάδι με ιδιαίτερη σημασία δηλώνει ότι η αποσύνθεση της οργανικής ουσίας έχει πάρει λάθος κατεύθυνση και παράγεται μεθάνιο αντί για διοξείδιο του άνθρακα. Ο ελεύθερος Ρ έχει δεσμευτεί και οι αναερόβιοι μικροοργανισμοί έχουν αδρανοποιηθεί.

ΤΣΟΥΚΝΙΔΑ: Αγαπά το Ν και έτσι συναντάται σε πολύ καλής κατάστασης εδάφη.